Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

second offense


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο offense παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: second

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
offense (US),
offence (UK)
n
(breaking of a rule)παράπτωμα ουσ ουδ
 Her only offense was to speak without asking permission.
 Το μόνο της παράπτωμα ήταν ότι μίλησε χωρίς να ζητήσει άδεια.
offense (US),
offence (UK)
n
(crime)αδίκημα ουσ ουδ
  παράβαση ουσ θηλ
  παρανομία ουσ θηλ
 It is an offense to tamper with the smoke detector.
 Αποτελεί παράβαση να πειράξεις των ανιχνευτή πυρκαγιάς.
offense (US),
offence (UK)
n
(insult, affront)προσβολή ουσ θηλ
 The minister's outdated views are an offense to all women.
 Οι παρωχημένες απόψεις του υπουργού αποτελούν προσβολή για όλες τις γυναίκες.
offense (US),
offence (UK)
n
uncountable (reaction: outrage) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)-
 We didn't expect them to take offense at so simple a question.
 Δεν περιμέναμε να προσβληθούν από μια τόσο απλή ερώτηση.
offense n US, uncountable (sport: attacking team) (αθλητικά)επίθεση ουσ θηλ
 The offense was great in the first half, but then faltered.
 Η επίθεση ήταν πολύ καλή στο πρώτο ημίχρονο, αλλά μετά έπεσε.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
criminal offense (US),
criminal offence (UK)
n
(crime)έγκλημα ουσ ουδ
  εγκληματική πράξη επίθ + ουσ θηλ
 Speeding is not a criminal offense.
No offense (US),
No offence (UK)
interj
(I do not intend this as an insult)χωρίς παρεξήγηση περίφρ
  χωρίς να θέλω να σε προσβάλω περίφρ
  (καθομιλουμένη, μτφ)μην το πάρεις στραβά έκφρ
 No offence, but that hairstyle doesn't suit you at all.
sexual offense,
UK: sexual offence
n
(crime of a sexual nature)σεξουαλικό αδίκημα επίθ + ουσ ουδ
take offense (US),
take offence (UK)
vtr + n
(be upset or shocked)προσβάλλομαι ρ αμ
  θεωρώ κτ προσβολή ρ μ + ουσ θηλ
 I take offence at being given orders by my underlings.
tax offense (US),
tax offence (UK)
n
(crime: non-payment of taxes)φορολογικό αδίκημα επίθ + ουσ ουδ
traffic offense (US),
traffic offence (UK)
n
(driving violation)τροχαία παράβαση επίθ + ουσ θηλ
white-collar crime,
also US: white-collar offense,
also UK: white-collar offence
n
(law: nonviolent crime)οικονομικό έγκλημα επίθ + ουσ ουδ
 The FBI investigates fraud and other white-collar crimes.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση second offense στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «second offense».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!